Βαγγέλης και Αγγέλα Παπάζογλου

(Η σμυρναίικη σχολή του ρεμπέτικου)

«Ξέραμε τι τραγουδούσαμε και γιατί το τραγουδούσαμε… Είναι πολλά τα τραγούδια της Σμύρνης. Μέρες μπορείς να τα τραγουδάς. Όλοι είχανε το τραγούδι τους στη Σμύρνη. Και οι άνθρωποι και οι τοποθεσίες κι όλα τα επαγγέλματα. Και δεν ήταν ανάγκη να ‘σαι Σμυρνιός, άμα έμενες στη Σμύρνη σου βγάζανε τραγούδι. Και όλα τα σμυρναίικα τα παίρνανε τα νησιά. Τραγούδια πολλά. Τριακόσιες χιλιάδες τραγούδια λέγανε στη Σμύρνη πως ήξερε ένας άνθρωπος. Και που να τα θυμάμαι; Δείγματα σου λέω κάθε φορά. Όπως βάζεις στο στόμα σου και δοκιμάζεις μια ελιά….»

[…]

«Αυτοί όλοι οι τεχνίτες ήτανε μεγάλοι άνθρωποι τότε, κι ο καθένας τραγουδούσε διαφορετικά από τον άλλο, στόλιζε διαφορετικά το τραγούδι, ανάλογα με τα κότσια που είχε και τα γυρίσματα του λαιμού του. Το Θοδωράκη ήτανε καλός τραγουδιστής. Ηγύριζε ο λαιμός του σα ρολόι. Λέγανε οι παλιοί τραγουδιστές πως εκείνον τον καιρό μόνο στη Σμύρνη το γένος μπορούσε να παίζει όργανα, να τραγουδά και ν’ ακούει όλη η Ανατολή και η Ευρώπη. Και η ρημαγμένη Ελλάδα άκουε μουσική από τη Σμύρνη, προπάντων τα νησιά… Στην Ελλάδα ήτανε τότε μεσαίωνας, μια σκοτεινά. Κι η Σμύρνη ήτανε μια ξαστεριά που φώταε… Η ομορφιά της δεν ήτανε τα σπίτια και οι δρόμοι. Η ομορφιά τσι Σμύρνης είμασταν εμείς. Και η ομορφιά των Ελλήνων δεν είναι οι τοποθεσίες ούτε τα μάρμαρα. Είναι η λεβεντιά που ‘χουνε στη ψυχή. Εγώ η Αγγέλα Παπάζογλου τα λέω αυτά, η αγράμματη. Και δεν τα διάβασα πουθενά, ούτε μου τά ‘πανε. Τά ‘ζησα όπως ένα κέντημα, βελονιά βελονιά πάνω στη ψυχή μου!...»

Παπάζογλου, Γ. Κ. (2003). Ονείρατα της άκαυτης και της καμμένης Σμύρνης. Τα χαΐρια μας εδώ. Αγγέλα Παπάζογλου. Αθήνα: Επτάλοφος, Ταμείον Θράκης. Διεθνής Ακαδημία Πολιτισμού και Επικοινωνίας

 

«Εκεί που σμίγει η Δύση κι η Ανατολή…»

«Οι ταβέρνες στη Σμύρνη και στ’ άλλα λιμάνια είναι διαρκώς γεμάτες από ανθρώπους που πίνουν, χορεύουν και τραγουδούν, ακόμα και στην κουβέρτα των καραβιών τους καταφέρνουν και βρίσκουν λίγο τρόπο για το χορευτικό τους μεράκι», έγραφε ήδη στις αρχές του περασμένου αιώνα ο περιηγητής Bartholdy.

[…]

Ήδη το 1702 ο Tournefort παρατηρούσε πως στη Σμύρνη «οι ταβέρνες είναι ανοιχτές όλες τις ώρες της ημέρας και της νύχτας. Εκεί παίζουν, τρώνε καλά φαγητά και χορεύουν αλά φράγκα, αλά γκρέκα, αλά τούρκα…» Αυτή η συνάντηση λοιπόν Ανατολής και Δύσης βρήκε στο ρεμπέτικο μιαν από τις αντιπροσωπευτικότερες εκφράσεις της. Τα λιμάνια υπήρξαν ο χώρος όπου η μακραίωνη μουσική παράδοση του Αιγαίου πέρασε μές από τα φίλτρά της επιδράσεις ιταλικές, γαλλικές, ρουμάνικες, σέρβικες, τούρκικες, περσικές, αρμενικές και γύφτικες! Στα στενά της Σμύρνης έσμιγαν παλιές αιγαιοπελαγίτικες μπαλάντες με ιταλικές καντσονέτες, γαλλικές μελωδίες του συρμού, ρουμάνικες χόρες, σέρβικους σκοπούς και τούρκικα σαρκιά. Ενώ στα καφέ-αμάν Έλληνες μουσικοί συνόδευαν αρμένηδες τραγουδιστές και γύφτισσες χορεύτριες, μπροστά σ’ ένα κοινό που αντιπροσώπευε όλες τις φυλές της Ανατολικής Μεσογείου.

Λιάβας, Λ. (1987) Μουσικές στο Αιγαίο. Αθήνα: Υπουργείο Πολιτισμού – Υπουργείο Αιγαίου

(Το χασαπάκι" από την Αγγέλα Παπάζογλου (ακαπέλα"