Η ζωή στη Σμύρνη

«Α, αυτά τα σπίτια που τα καμάρωνα όταν περνούσαμε! Είχαν ένα συνήθειο στη Σμύρνη, να τρώνε με τις πόρτες ανοιχτές. Τα σπίτια ήταν διώροφα, πάντα υπερυψωμένα, με τρία – τέσσερα σκαλάκια και οι πόρτες τους έμπαιναν λίγο μέσα, ώστε το χειμώνα δε βρεχόσουν μέχρι να σου ανοίξουν. Όταν άνοιγε η πόρτα, αμέσως ήταν η τραπεζαρία. Λοιπόν τα βράδια έβλεπες τις οικογένειες μαζεμένες τριγύρω σε φρεσκοσιδερωμένα, λινά, άσπρα, τραπεζομάντηλα και η υπηρέτρια απαραίτητη – με μαύρο φόρεμα, άσπρη ποδίτσα και μπονεδάκι στο κεφάλι – έφερνε τα φαγιά στο τραπέζι και έδινε σιωπηλά σε μία άλλη, βοηθό, ό,τι περιττό υπήρχε. Τα σερβίτσια άστραφταν και τα ποτήρια ήταν πάντα ακριβά, κολονάτα. Συναγωνιζόντουσαν στη γειτονιά για την καλύτερη εμφάνιση και πάντα οι πόρτες ορθάνοιχτες και πάντα η υπηρέτρια όρθια πίσω στη γωνιά του τραπεζιού, κοίταζε να μη λείψει τίποτα και ν' αλλάξει αμέσως σερβίτσιο. Μου άρεσε, όταν περνούσα, να κοιτώ. Λες και ήταν συνεννοημένοι, όλες οι πόρτες ανοιχτές την ίδια ώρα. Έτρωγαν κι έξω έπεφτε άπλετο φως, που σε προκαλούσε να κοιτάξεις μέσα».

Ανζέλ Κουρτιάν, «Τα τετράδια της Ανζέλ Κουρτιάν (μνήμες από τη Μικρασία, 1915 – 1924)», εκδόσεις Πλέθρον, Αθήνα, 1980.

 

Οι πρώτες μέρες μας στη Σμύρνη

«Οι πρώτες μέρες μας στη Σμύρνη είχαν κέφι και συγκινήσεις. Γυρίζαμε εδώ και κει σαν περιηγητές και γεμίζαμε τα μάτια και την ψυχή μας με νέα θεάματα, και νέες εντυπώσεις, με την άπληστη διάθεση που έχει κανείς για το καινούργιο, το φευγαλέο και το προσωρινό. Η μεγάλη πολιτεία με τα άγνωστα σπίτια, τον άγνωστο κόσμο, την άγνωστη ρυμοτομία, τις άγνωστες εκπλήξεις μας κρατούσε σε συνεχή έξαψη. Στο Αϊντίνι ήξερες τον καθένα με το όνομά του και τα προβλήματά του. Ήξερες που πηγαίνει, όταν βγαίνει την τάδε ώρα, τι λέει όταν συναντιέται με έναν άλλον, πού και πώς διασκεδάζει, γιατί τρέχει και ιδρωκοπάει, γιατί παντρεύεται και από τι πεθαίνει. Εδώ το καινούργιο βιβλίο με τις ζωηρές εικόνες δεν τέλειωνε εύκολα και τα ερωτηματικά ήταν πολλά κι οι γρίφοι σου ζητούσανε μια κάποια λύση, έστω και φανταστική. Δε μας ξέρανε εδώ οι πολλοί άνθρωποι και δεν τους ξέραμε ούτε εμείς, κι έτσι νοιώθαμε τόση ελευθερία. Το Και, το Παραλλέλι, η Μπελαβίστα, οι Βερχανέδες, οι Μεγάλες Ταβέρνες, το Μπουλβάρ – Αλιότι, οι Κουλές, τα Τράσα, η Αγία Φωτεινή, η Αγία Κατερίνα, τα βαποράκια του Κορδελιού, το τραμ της προκυμαίας που το έσερναν άλογα, τα κατάμεστα με εύθυμο κόσμο κέντρα, οι πουλητάδες των γιασεμιών, τα μονά ζυγά φιστίκια, τα ''Πολιτάκια'' με τα σαντούρια, οι πεταχτές γυναίκες, όλα, έμοιαζαν σαν εύθυμες, χτυπητές κορδέλες, που έπλεκαν ένα χαρωπό γαϊτανάκι. Και μέσα σ' αυτά η μητέρα να μπαινοβγαίνει μαζί μας στα καταστήματα και ν' αγοράζει τη χαρά του περιττού μέσα σε μεγάλα και μικρά πακέτα

Διδώ Σωτηρίου, ''Οι νεκροί περιμένουν'', εκδόσεις Κέδρος, Αθήνα, 2011.

Η άνοιξη του 1919

ΚΑΙ ΗΡΘΕ Η ΑΝΟΙΞΗ του 1919. Ανήμερα πρωτομαγιά πήγαμε όλη η οικογένεια εκδρομή στην μπυραρία «Αϊντίν». Ήταν μέσα σ’ ένα δάσος, που πάνω στα δέντρα η εμπορική εφευρετικότητα των ιδιοκτητών είχε φτιάξει πατάρια όμοια με στρογγυλούς άμβωνες. Εκεί ανέβαιναν για τα «πικ νικ» τους οι εύθυμοι Σμυρνιοί κι άδειαζαν βαρελάκια ολόκληρα μπύρα.

Ήμουνα κρεμασμένη η μισή έξω απ’ τη σκάλα ενός τέτοιου παταριού και κουνώντας το ένα πόδι μου στον αέρα κοίταζα μια τη φύση, που είχε στρώσει πλούσια τα πράσινα και τα πορφυρένια ταπέτα της και μια την παρέα του πατέρα μου, που βρισκόταν στο ζενίθ του κεφιού.

Ένα αμάξι φάνηκε απ’ το σκονισμένο δρόμο ν’ ανηφορίζει με καλπασμό. Κι είδα τον κύριο Στέλιο, το γραμματικό μας, να πηδάει έξαλλος, και χωρίς τις συνηθισμένες αβρές χαιρετούρες του, να ορμάει προς το μέρος που ήταν ο πατέρας και να του λέει κάτι στ’ αυτί. Πριν καν τελειώσει το μακρύ μυστικό του, ο πατέρας αναπήδησε.

 -Είναι εξακριβωμένο; Ρώτησε.

 -Μα ναι, βέβαια, σας λέω ότι…

Ο πατέρας έπαθε τότε ένα είδος τρέλας. Πέταξε το ποτήρι του στον αέρα κι άρχισε να φωνάζει.

 -Έρχονται, έρχονται. Δόξα σοι ο Θεός! Τελείωσαν τα ψέματα…

Γύρισαν όλοι ξαφνιασμένοι και περίεργοι.

-Ποιοι έρχονται, Βασιλάκη, και κάνεις έτσι; Μέθυσες;

-Οι Έλληνες! Οι Έλληνες φτάνουν! Ως το πρωί ο στόλος θα βρίσκεται στο λιμάνι της Σμύρνης!

-Οι Έλληνες; έκαναν όλοι μαζί, σαν να μην το χωρούσε αμέσως το μυαλό τους. Έρχονται οι Έλληνες; Οι Έλληνες! Οι Έλληνες!

Έπαθαν ομαδικά και αυτοί την ίδια κρίση με τον πατέρα μου. Και άρχισαν να κλαίνε και να γελούνε και ν’ αγκαλιάζονται και να ευχαριστούνε το Θεό και να κάμουν τάματα. Και στριφογύριζαν άσκοπα στον ίδιο χώρο, μ’ επιφωνήματα κι αλαλαγμούς χαράς. Κι άλλοι μάζευαν τα πράματά τους βιαστικά και τα ξαναπαρατούσαν και τα ξαναμάζευαν κι άλλοι φώναζαν τα παιδιά τους για να φύγουν.

Δε θυμούμαι πόσο βάσταξε η σκηνή εκείνη, μα μόλις κόπασαν οι πρώτοι ενθουσιασμοί ο κύριος Τηλέμαχος ο «κουγιουμτζής», άναψε το τσιμπούκι του σκεφτικός κι άρχισε να λέει:

-Για καλό και για κακό πρέπει ν’ αδειάσουμε τα μαγαζιά μας απ’ τα πολύτιμα είδη. Να φτιάξουν οι γυναίκες μας ζώνες εσωτερικές για λίρες και πολύτιμες πέτρες… Δεν ξέρει κανείς τι γίνεται. Οι ανώμαλες εποχές δεν είναι παίξε γέλασε…

Τέτοιες ζώνες από κάμποτο, που μέσα αράδιαζαν τις λίρες σαν φυσεκλίκια, τις θυμόμουνα να τις φοράει συχνά η μητέρα στα ταξίδια της. Τώρα άρχισαν όλοι να διατυπώνουν κι από μια γνώμη για τα προληπτικά μέτρα που θα ‘πρεπε να πάρουν. Μόνο ο πατέρας δεν ήθελε ν’ ασχοληθεί με σκέψεις πρακτικές που κατέβαζαν τον ενθουσιασμό και μείωναν την πίστη στην

παντοδυναμία της λευτεριάς. Η μόνη ερώτηση που ανέβηκε στα χείλη του ήταν αν η μητέρα είχε ετοιμάσει τις σημαίες.

-Όλες τις ετοίμασα, Βασιλάκη, όλες!

Έτρεμε η φωνή της και δάκρυα κυλούσαν στα μάγουλά της. Ωστόσο ένιωθε κι εκείνη φόβο και συμφώνησε με τους άλλους πως έπρεπε να βιαστούμε να φύγουμε απ’ την απόμερη εκείνη μπυραρία.

-Φοβάσαι; Της είπε γελώντας ο πατέρας. Άλλοι πρέπει να τρέμουν. Για μας η σκλαβιά τελείωσε.

Μόλις κατεβήκαμε απ’ το περίεργο εκείνο πατάρι, ο πατέρας έδωσε στα γκαρσόνια χούφτες λεφτά.

-Πάρτε, πάρτε! Δε μου χρειάζονται πια οι τούρκικες παγκανότες!

Κείνο το βράδυ η πόρτα του σπιτιού μας δεν έκλεισε. Προύχοντες, δημογέροντες, ιερωμένοι και απλοί άνθρωποι μπαινόβγαιναν να πάρουν πληροφορίες και οδηγίες για την υποδοχή. Ο πατέρας είχε το ύφος αρχιστράτηγου.

Η Ριρή μας απομόνωσε κι άρχισε τις εξομολογήσεις!

- Χρόνια και χρόνια δουλεύει μυστικά ο μπαμπάς, για να ‘ρθουν οι Έλληνες να μας λευτερώσουν. Εγώ τα είχα όλα μυριστεί, μα είσαστε πιτσιρίκια και δε σας τά ‘λεγα. Τώρα θα δείτε μεγαλεία, και τιμές και πλούτη! Η μαμά έχει ράψει κάτι σημαιάρες, που δε θα τις σηκώνει ούτε το ατζέμικο κοντάρι.

Άνοιξε την ντουλάπα κι άρχισε να ψαχουλεύει τα φουστάνια της, για να δει ποιο θα ταίριαζε καλύτερα για την υποδοχή.

-Εγώ φοβάμαι, είπε ο Στέφος. Δε μ’ αρέσουν οι φασαρίες.

-Χα! Ο ήρωας που ήθελε να σκοτώσει όλους τους Τούρκους, τον ειρωνεύτηκε η Ριρή.

Εγώ δε θέλω ούτε να σκοτώσω, ούτε να με σκοτώσουν ξανάπε ο Στέφος.

-Τότε, πολύτιμε αδερφούλη μου, να μην έρθεις αύριο μαζί μας στην υποδοχή. Να μείνεις εδώ, με την Ινώ και την Αλίκη, που η μαμά είπε πως δε θα τις πάρουμε μαζί μας γιατί μπορεί να γίνουν φασαρίες.

Έφτασε αυτή η κουβέντα της Ριρής για να μείνω άγρυπνη. Περίμενα πότε θα ‘ρθει η μεγάλη στιγμή, για ν’ απαιτήσω να με πάρουν μαζί τους. Απ’ την αγωνία όμως να κρατάω ανοιχτά τα μάτια μου, κουράστηκα κι έπεσα σε βαθύν ύπνο.

Το πρωί, ξύπνησα με τη φωνή του τυφλού εφημεριδοπώλη που διαλαλούσε:

- Αμάλθεια! Αρμονία! Τηλέγραφος και Ρεφόρμ! Όλες οι λεπτομέρειες της αποβάσεως των Ελλήνων!

Πετάχθηκα ολόρθη κι είδα άδειο το κρεβάτι της Ριρής και του Στέφου. […]

Πήδησα στο παράθυρο και κοίταξα το δρόμο μας. Σε όλα τα σπίτια κυμάτιζαν πελώριες γαλανόλευκες σημαίες. Ένα κομμάτι απ’ τον ουρανό απλώθηκε στα μπαλκόνια και στις καρδιές. Τίποτα πια δε με συγκρατούσε, ούτε η διπλοκλειδωμένη εξώπορτα. Έδωσα έναν πήδο απ’ το παράθυρο με κίνδυνο να τσακιστώ κι άρχισα να τρέχω κατά την παραλία.

Ο κόσμος ξεχυνόταν στους δρόμους σαν το νερό που σπάζει με

ορμή τα φράγματα κι απλώνεται παντού. Άντρες, γυναίκες, παιδιά, σχημάτιζαν αυθόρμητες διαδηλώσεις. Μυριόστομα ξεσπούσαν τα κρυμμένα τραγούδια τους. Ήταν μια στιγμή τέτοιου ομαδικού, ηλεκτρισμένου ενθουσιασμού, που κάνει τους απλούς ανθρώπους να αισθάνονται ήρωες. Δεν παζαρεύουν, δεν υπολογίζουν, δε σκέφτονται μπορούν ακόμα και για μια χίμαιρα, για ένα πυροτέχνημα να τα προσφέρουν όλα, κι αυτή τη ζωή τους.

Διδώ Σωτηρίου, «Μέσα στις φλόγες», εκδόσεις Κέδρος, Αθήνα, 1979.

First Prev Next