Κατά το 1820 είχαν φθάσει οι Έλληνες της Σμύρνης στο σημείο να πάρουν στα χέρια τους σχεδόν ολόκληρο το εμπόριο. Η Ελληνική Επανάσταση και οι φοβερές για τον εδώ Ελληνισμό συνέπειές της, οι σφαγές, ο οικονομικός μαρασμός και η μετανάστευση των περισσότερων είχε ως αποτέλεσμα τα πόστα που τα κατείχαν εκείνοι να πέσουν και πάλι στα χέρια των Ευρωπαίων. Ωστόσο μετά την πτώση των Γενιτσάρων (το 1826) επέστρεψαν οι Έλληνες και πάλι στις παλιές τους θέσεις και ανασύνδεσαν τις δουλειές τους που είχαν διακοπεί από το 1821. Η ανεξαρτησία της Ελλάδας θα έχει σαν συνέπεια την ηγεμονία των Ελλήνων στο εμπόριο της Σμύρνης. Οι Έλληνες έμποροι θα παραμερίσουν για χίλιους λόγους τους Ευρωπαίους από την Ανατολή και μόνο το ρωσικό εμπόριο θα μπορέσει να κρατηθεί δίπλα στο ελληνικό και επεκταθεί στο μεσογειακό χώρο. Εκείνο που σε κάθε κατάσταση αποτελεί το προτέρημα του Έλληνα απέναντι στον Ευρωπαίο είναι η λιτότητα της ζωής του. Όταν ο Ευρωπαίος χρειάζεται εκατό για να ζήσει, ο Έλληνας χρειάζεται μόνο δέκα. Με τις οικονομίες του αυτές που βάζει στην πάντα σχηματίζει έπειτα από μερικά χρόνια ένα κεφάλαιο που το ρίχνει στις επιχειρήσεις του, ενώ ο Ευρωπαίος δαπανά το κεφάλαιο του στην καλή κουζίνα, στα γαλλικά κρασιά και σε ό,τι άλλο του επιβάλλουν η καλή κοινωνική ζωή και οι υποχρεώσεις του. Και κάτι άλλο ακόμη: ο έμπορος της Ανατολής πρέπει απαραίτητα να έχει μια κάποια πονηριά που δεν την έχουν ούτε οι Γάλλοι, ούτε οι Άγγλοι ούτε κανένα άλλο έθνος της Ευρώπης ενώ η κρυψίνοια αυτή αποτελεί ένα ουσιώδες στοιχείο του ελληνικού χαρακτήρα. Με αυτήν την ιδιότητα κατόρθωσαν να ισοφαρίζουν στο παρελθόν τη δύναμη των Άγγλων κεφαλαιούχων και με αυτήν θα την εξουδετερώσουν και πάλι. Ακριβώς πάνω στη μάζα του αγγλικού εμπορίου συγκεντρώνεται εδώ και δύο χρόνια η σημαντική επιρροή των Ελλήνων εμπόρων της Σμύρνης.

Άντον Πρόκες φον Όστεν, περιοδικό Φιλολογικό ημερολόγιο, Βιέννη, 1834

 

 

«Παρ' όλη την ποικιλία των εθνών και των θρησκευμάτων παραμένει ωστόσο η Σμύρνη στα βασικά της συστατικά μια ελληνική πολιτεία. Έπειτα από τόσες αλλαγές στο πέρασμα χιλιετηρίδων κάτω από την κυριαρχία Περσών, Ρωμαίων, Βυζαντινών, Σαρακηνών, Φράγκων και Τούρκων – αυτή η πόλη που λέγεται Σμύρνη δεν έπαψε ποτέ να είναι Ιωνία. Οι Τούρκοι είναι απλώς οι αφέντες, οι Έλληνες όμως είναι οι περισσότεροι και η γλώσσα τους είναι η πιο διαδεδομένη – επομένως αυτοί είναι οι αφέντες. Αν εξαιρέσουμε τους Τούρκους που δεν γνωρίζουν παρά μόνο τη γλώσσα τους, όλος ο άλλος πληθυσμός της Σμύρνης, επομένως τουλάχιστον 120.000 ψυχές, καταλαβαίνουν και μιλούν λίγο πολύ καλά τα ελληνικά. Μετά τα ελληνικά έρχονται κατά σειρά σαν γλώσσα συνεννοήσεως γενικά τα τούρκικα και τα ιταλικά. Σε Τρίτη γραμμή τα αρμένικα και τα σπανιόλικα, η διάλεκτος των Εβραίων, τελευταία τα γαλλικά και τα αγγλικά. Ο αριθμός των Γερμανών της Σμύρνης δεν δικαιολογεί τα γερμανικά σαν τρέχουσα γλώσσα της συνοικίας των Φράγκων. Άλλωστε οι Γερμανοί δείχνουν, την κακή συνήθεια, για να μην πω, το μεγάλο εθνικό τους ελάττωμα, να αρνιούνται εύκολα τη γλώσσα τους και να χρησιμοποιούν τις ξένες γλώσσες».

Ludwig Ross, «Ένα σκίτσο για τη Σμύρνη», 1845

 

 

Πριν από το 1922 (η Σμύρνη) αριθμούσε 270.000 κατοίκους, που κατανέμονταν σε 140.000 Έλληνες, 80.000 Τούρκους, 12.000 Αρμένιους, 20.000 Εβραίους και 15.000 Ευρωπαίους, ανάμεσα στους οποίους Λεβαντίνοι. Η συντριπτική παρουσία του ελληνικού στοιχείου έδινε στην πόλη ελληνικό χαρακτήρα, που τον υπογράμμιζε ακόμη περισσότερο το γεγονός ότι η οικονομική και η πολιτιστική της ζωή βρισκόταν στα χέρια του.

Από το βιβλίο Έξοδος του Κέντρου Μικρασιατικών Σπουδών, 1980