Μέσα στις φλόγες

[…]

Στο τέλος βρέθηκε ένας αναγκεμένος ξενοδόχος και μας έδωσε ένα σκοτεινό, άθλιο δωμάτιο με έξι κρεβάτια. Για πότε γινήκαμε πραγματικοί πρόσφυγες δεν το καταλάβαμε. Μέσα σε λίγα εικοσιτετράωρα όλος ο κόσμος αναποδογύρισε. Βαπόρια φτάναν, το ένα πίσω από τ’ άλλο, και ξεφόρτωναν κόσμο, έναν κόσμο ξεκουρτισμένον, αλλόκοτο, άρρωστο, συφοριασμένο, λες κι έβγαινε από φρενοκομεία, από νοσοκομεία, από νεκροταφεία. Έπηξαν οι δρόμοι, το λιμάνι, οι εκκλησιές, τα σκολειά, οι δημόσιοι χώροι. Στα πεζοδρόμια γεννιόνταν παιδιά και πέθαιναν γέροι.

Ενάμισι εκατομμύριο άνθρωποι βρεθήκανε ξαφνικά έξω από την προγονική τους γη. Παράτησαν σκοτωμένα παιδιά και γονιούς άταφους. Παράτησαν περιουσίες, τον καρπό στα δέντρα, το φαΐ στη φουφού, τη σοδειά στην αποθήκη, το κομπόδεμα στο συρτάρι, τα πορτραίτα των προγόνων στους τοίχους. Και βάλθηκαν να τρέχουν, να φεύγουν κυνηγημένοι απ’ το τούρκικο μαχαίρι και τη φωτιά του πολέμου. Και λογίζονταν τυχεροί που αντάλλαξαν το έχει τους, την πατρίδα τους, το παρελθόν τους με μια στάλα σιγουριά… Άρπαξαν βάρκες, καΐκια, σχεδίες, βαπόρια και πέρασαν τη θάλασσα σ’ έναν ομαδικό, φοβερό ξενιτεμό. Κοιμήθηκαν από βραδίς νοικοκυραίοι στον τόπος τους και ξύπνησαν φυγάδες, θαλασσοπόροι, άστεγοι, άποροι, αλήτες και ζητιάνοι στα λιμάνια του Πειραιά, της Σαλονίκης, της

Καβάλας, του Βόλου, της Πάτρας.

Ενάμισι εκατομμύριο αγωνίες και οικονομικά προβλήματα ξεμπάρκαραν στο φλούδι της Ελλάδας, με μια θλιβερή ταμπέλα κρεμασμένη στο στήθος: «Πρόσφυγες!» Που ν’ ακουμπήσουν οι πρόσφυγες; Τι να σκεφτούν; Τι να ξεχάσουν; Τι να πράξουν; Που να δουλέψουν; Πώς να ζήσουν;

Τρέμαν ακόμα από το φόβο. Τα μάτια τους ήταν κόκκινα απ’ το αιμάτινο ποτάμι της κόλασης που διάβηκαν. Και σαν πάτησαν σε στέρεο έδαφος, μετρήθηκαν να δουν πόσοι φτάσανε και πόσοι λείπουν. Κι οι ζωντανοί δεν το πιστεύανε, μόνο άπλωναν τα χέρια τους στο κορμί τους και το ψάχνανε, για να βεβαιωθούνε πως δεν ήταν βρυκολάκοι. Και ψάχναν και για την ψυχή τους, να δουν αν ήταν στη θέση της. Μ’ αυτή ήταν άφαντη. Είχε μείνει πίσω στην πατρίδα, κοντά στους αγαπημένους νεκρούς και στους αιχμάλωτους, κοντά στα σπιτάκια, στα χωράφια, στις δουλειές και στα καζάντια…

Κι είπαν: Περαστικοί είμαστε, ας βολευτούμε όπως όπως, κι αύριο θα ματαγυρίσουμε στα μέρη μας. Κι αποζητούσαν, τούτη την ελπίδα, σαν το ψωμί, το νερό και τα’ αλάτι.

Τόσοι ήταν. Ενάμισι εκατομμύριο Ρωμιοί Μικρασιάτες, που στριφογύριζαν, τώρα, στο καύκαλο της Ελλάδας, σαν περιπλανώμενοι Ιουδαίοι, διωγμένοι από τη γη της Χαναάν. Και χτες, μόλις χτες, να θυμάσαι πως ήσουνα νοικοκύρης: Ψάχναν για το αίτιο, αναθεμάτιζαν τον ουρανό, τη γης, τον Κεμάλ, τον Βενιζέλο, τον Κωνσταντίνο, την

Αντάντ, τον πόλεμο, μα πριν απ’ όλα τους διπλοπρόσωπους, τους σφετεριστές που έκαναν μπίζνες κι αυτοκρατορική πολιτική με το αίμα και τη δυστυχία του λαού μας.

[...]

Διδώ Σωτηρίου, Μέσα στις φλόγες, εκδόσεις Κέδρος, 1979.

Παναγία η Ρευματοκρατόρισσα

[…]

Πολλές ιστορίες, πολλά ανέκδοτα και μυστικά, θα πρέπει να ξέρει για τους προγόνους μου. Αιώνες την προσκυνούσαν και την εμπιστεύονταν στην πατρίδα. Εκεί, ήταν αρχόντισσα, είχε παλάτι δικό της, αυτοκρατορικό. Εδώ, μόλις και της επιτρέπουν να κουρνιάζει σ’ αυτόν το νάρθηκα. Πάλι καλά που δεν την έστειλαν ακόμα σε κανένα μουσείο. Η προσφυγιά κι αυτηνής κι η δική μας ούτε έληξε ούτε πρόκειται να λήξει. Χάσαμε τα σπίτια μας, τα παλάτια μας, κι ήρθαμε εδώ να παλεύουμε με τους σκληροτράχηλους ντόπιους, που αμέσως μας όρμηξαν.

Τη Ρευματοκρατόρισσα τη ‘φέραν οι παππούληδες μου από μια πολιτεία της Προποντίδας. Την άρπαξαν μια Κυριακή πρωί και φύγαν πάνω στ’ άλογα. Ο δεσπότης δεν πρόλαβε να βγάλει τα’ άμφιά του, σαν ήρθε η είδηση πως έφταναν οι τσέτες. Πρόσταξε μονάχα τον κόσμο να πάρει αμέσως τα βουνά, κι αυτός, αφού τελείωσε όπως όπως τη λειτουργία, ανέβηκε στο άλογο και καλπάζοντας μες στα χρυσά τους πρόφταξε. Οι γέροι και τα γυναικόπαιδα έτρεχαν το κατόπι, γύρω τριγύρω έφερναν κύκλους τα παλικάρια, και δίπλα στο δεσπότη ένας παλίκαρος με την εικόνα αγκαλιά πήγαινε πάνω στ’ άλογο. Κρύφτηκαν σ’ ένα σπήλαιο βαθύ και γλίτωσαν απ’ τους τσέτες, που πέρασαν απ’ το διπλανό μονοπάτι. Στα μωρά είχαν δώσει μόκο, αφιόνι δηλαδή, κι έτσι δεν ‘κλαίγαν. Ήταν έμπειροι σ’ αυτά και από καιρό για όλα

προετοιμασμένοι. Τη νύχτα κατέβηκαν κρυφά τα παλικάρια και πήραν κι άλλα πράγματα. Όμως τον Άγιο Γιώργη τον Αράπη κανένας δεν τον πρόλαβε, τον είχαν κάψει οι τούρκοι. Έκλαψε ο δεσπότης σαν το έμαθε και πήρε την απόφαση να τους οδηγήσει πια στην ελεύθερη πατρίδα. Σε δυο τρεις μέρες, τραβώντας συνεχώς κατά τα δυτικά, έφτασαν στον Έβρο και διάβηκαν σα λιτανεία το ρεύμα. Η Ρευματοκρατόρισσα συγκράτησε και πάλι το πολύ νερό.

Στη Σαλονίκη τους πιο πολλούς τους στρίμωξαν στην Αχειροποίητο ή εκεί γύρω. Οι τούρκοι είχαν μετατρέψει για αιώνες την τεράστια εκκλησιά σε τζαμί κι έτσι την είχαν μαγαρίσει. Μπορούσαν λοιπόν να τη μαγαρίσουν λιγάκι κι οι ανοικονόμητοι πρόσφυγες. Αυτοί, αφού έστησαν την εικόνα τους στη θέση του ιερού, χώρισαν με κουβέρτες και σεντόνια χώρους σα δωμάτια κι άρχισαν να ζουν. Έρωτες, καβγάδες, ξυλοδαρμοί, γλέντια, χαρές και γεννητούρια, γίνονταν πίσω απ’ τα κρεμασμένα σεντόνια, που τότε μόνο σηκώνονταν όλα, όταν ήταν ιδιαιτέρα μεγάλης σημασίας γεγονός. Στα καρναβάλια καίγονταν το πελεκούδι. Ως κι οι μπαγιάτηδες σαλονικοί προσπαθούσαν να λάβουν μέρος. Ύστερα απ’ όλα αυτά, ήταν βέβαια περιττό να ξαναγιαστεί η εκκλησία, πράγμα όμως που έγινε μεγαλοπρεπώς, μόλις πέταξαν από μέσα τους πρόσφυγες. Η εικόνα, φυσικά απόμεινε αιχμάλωτη των ξένων παπάδων.

[...]

Γιώργος Ιωάννου, Η Σαρκοφάγος, 1971.

Σαν τα τρελά πουλιά

[…]

Στη Λεωφόρο Αλεξάνδρας, πέρα απ’ τις φυλακές Αβέρωφ, άρχιζαν τα προσφυγικά, όπου εξακολουθούσαν να στήνουνται ξύλινες παράγκες και από τις δύο πλευρές.

Τα πέντ’ έξι τετραγωνικά μέτρα για την κάθε παράγκα, σαν πέφτανε στα χέρια της προσφυγικής οικογένειας, σε λίγο γίνονταν μια μικρή κατοικία, με μικροσκοπικό ισόγειο, υπόγειο, δεύτερο πάτωμα και δώμα, όπου τα καλοκαίρια η οικογένεια θα μπορούσε να κοιμάται στρωματσάδα. Και μάνι-μάνι φυτεύουνταν αναρριχητικά φυτά, όλων των λογιών περικοκλάδες, από πατατιά σε αγιόκλημα, ακόμα και σε κληματαριά.

Αριστούργημα ήταν αυτοί οι προσφυγικοί συνοικισμοί. Σκηνικό για ιταλικές μαριονέτες, όπου η νοικοκυρά σου χαμογελούσε από το δεύτερο πάτωμα και είχες την εντύπωση ότι τα πόδια της ακουμπούσαν στο πάτωμα του ισογείου. Οι πιο πολλές παράγκες, με ατομική πρωτοβουλία βαμμένες διάφορα χρώματα. Τα δρομάκια ανάμεσα στις παράγκες θεοκάθαρα. Πουθενά τρεχούμενα νερά, πουθενά σκουπίδια.

Το εσωτερικό της παράγκας καλοστολισμένο, με το τραπεζάκι του, το μιντεράκι του, όλα μικροσκοπικά, της γιαγιάς την πολυθρόνα, της καρδερίνας το κλουβί, και τη γάτα καθισμένη αξιοπρεπέστατα

μπροστά στην ανοιχτή πόρτα.

Μέσα σε πολλές παράγκες έχουν στηθεί μικροί πρόχειροι αργαλιοί, όπου υφαίνουνται κουρελούδες.

Άλλες γυναίκες είναι πεσμένες με τα μούτρα και κεντούν αριστουργήματα. Άλλες πλέκουν, άλλες ράβουν. Άλλες λείπουν απ’ τα σπίτια τους, λείπουν στα μεροκάματα. Γέμισε η Αθήνα πλύστρες, καθαρίστριες, κάθε είδους άξια και τίμια χέρια για φτηνή δουλειά. Γιατί τις μάχουνται οι ντόπιοι; Φταίνε εκείνες που καταστράφηκαν, που βρέθηκαν στους δρόμους, και τώρα πρέπει να ξενοδουλέψουν για να ζήσουν;

Οι άντρες, ξυλουργοί, ταπητουργοί, εργάτες οικοδομών, μικροπωλητές με καταπληκτική εφευρετικότητα.

Ένα σαραβαλιασμένο καροτσάκι παιδικό και πάνω του χτισμένο ολόκληρο συγκρότημα με μαγκάλι και αναμμένα κάρβουνα και φουγάρο, με τζαμαρία για να προστατεύονται τα φαγώσιμα απ’ τις σκόνες και τις μύγες. Ολόκληρο φορητό μπαρ, απ’ όπου ανεβαίνει στον αττικό ουρανό η τσίκνα από το πρώτο, άγνωστο ως τότε, προσφυγικό σουβλάκι, που σαν αστραπή απλώθηκε και σκέπασε ολόκληρη την Ελλάδα, γιατί είναι και φτηνό και πρακτικό.

       –                   Έλα, τζάνουμ, έλα να διεις τι γίνεται. Θέλεις και ντομάτα μαζί; Θέλεις τζατζίκι;

                   Τι είναι καλέ αυτό το τζατζίκι; Μούρλια! Γλείφεις τα δάχτυλά σου.

Στην έξοδο των σχολείων, των κινηματογράφων, στέκουνται οι φορητές ψησταριές και θησαυρίζουν. Περιουσίες γίνουνται!

Και στο Χρηματιστήριο, οι υποσιτισμένοι Αθηναίοι Χρηματιστές, μαθημένοι στο κουλούρι και το τυρί, δρόσισαν την ψυχή τους με την πρώτη τους τυρόπιτα. Με τις μπουγάτσες του Μερακλή και τις λεμονάδες από αληθινό χυμό λεμονιού.

Η ελληνική γλώσσα πλουτίστηκε με καινούργιες λέξεις, που τις δέχτηκε και τις εγκολπώθηκε. Άρχισαν οι ντόπιοι να μιλούν για πεϊνιρλί, για ιμάμ μπαϊλντί, για μουσακά, για ασουρέ, για ταούκ κιοξού και εκμέκ καταΐφι. Το ιμάμ μπαϊλντί, τη γενική του ιμάμ μπαϊλντιού, το τζατζίκι του τζατζικιού.

Δεν πρέπει να έχει παράπονα η μητέρα Ελλάς από τα υπόδουλα παιδιά της. Σαν έφτασαν εδώ κατεστραμμένα και ρακένδυτα, δε γέμισαν τα καταγώγια και  τις φυλακές του τόπου. Δε γέμισαν με σκουπίδια και βρωμόνερα τα ρέματα, όπως στο τέρμα Ιπποκράτους. Με μια κοινή βρύση και με κοινά αποχωρητήρια, δίχως γυναικοκαβγάδες, δίχως φασαρία, κράτησαν τους συνοικισμούς τους πεντακάθαρους και αξιοπρεπείς. Δε σταύρωσαν τα χέρια τους να περιμένουν απ’ την πατρίδα να τους ταΐσει.

Μαρία Ιορδανίδου, Σαν τα τρελά πουλιά, εκδόσεις Εστία.

First Prev Next