Μέσα στις φλόγες

[…]

Σαν μπήκαν οι Τούρκοι κι άρχισαν οι πυρκαϊές  και η σφαγή, οι γειτόνοι του που παρατούσαν τα μαγαζιά τους, του φώναζαν από μακριά: «Μπάρμπα Θανάση, φεύγα, μπήκαν οι τσέτες!». Εκείνος θεόκουφος και ριγμένος στη βελόνα, νόμιζε πως του κάναν αστεία και μουρμούριζε: «Σε καλό σας σήμερα. Που τα ψαρέψατε τόσα χωρατά;».

Χρειάστηκε να ‘ρθει να τον ξεσηκώσει με τα κλάματά της η κυρά Πανανή, η σπιτονοικοκυρά του. «Μπαρμπά, θα καούμε ζωντανοί, ερήμωσε ο τόπος, φωτιές ανάβουν οι Τούρκοι και σφάζουν!».

Σηκώθηκε αλαφιασμένος κι άρχισε να τρέχει κατά το σπίτι του. Στο δρόμο δρασκελούσε κορμιά σκοτωμένων, περνούσε μέσα από φλόγες που τον τσουρούφλιζαν. Ερημιά παντού, νέκρα. Όταν ύστερα από πολλές περιπέτειες, κατάφερε να φτάσει σπίτι του, το βρήκε άδειο. Πόρτες, παράθυρα, συρτάρια, όλα ανοιχτά. Ρούχα κι έπιπλα πεταμένα. Και το τσουκάλι με το φαγητό καιγότανε στο τζάκι. Φώναξε σαν χαμένος.

«Ελπινίκη! Γιώργο! Φοίβο! Κωστή! Φανή! Νίνα! Ελένη! Τίμο! Παιδιά! Που είστε;» Άρχισε να κλαίει δυνατά, σαν μικρό παιδί. Έψαξε στο υπόγειο, έψαξε στην έρημη γειτονιά. Τριγύριζε στα στενοσόκακα. Κι ύστερα κάποια στιγμή, μπρος στην εκκλησιά του Άι-Γιώργη που καιγότανε, πάνω σ’ άλλα στοιβαγμένα κορμιά, γνώρισε τον Τίμο νεκρό.

«Τίμο παλικάρι μου, παιδί μου!». Τον ανάσυρε και τον τράβηξε στην αγκαλιά του. Καθώς τον έσφιγγε και κοίταζε ολόγυρα απελπισμένος, πήρε το μάτι του και τα δυο του κοριτσάκια τα δίδυμα, αγκαλιασμένα και τρυπημένα στην κοιλιά. Τα μάτια τους ανοιχτά γεμάτα τρόμο… Άρχισε να ψάχνει σαν τρελός όλα τα πτώματα. Κάθε που ανακάλυπτε κάποιο από τα παιδιά του τ’ ανάσερνε και το ‘βαζε στην μπάντα.

«Ένα, δύο, τρία, τέσσερα, πέντε, έξ, εφτά…» άρχισε να τα μετράει. «Η Βαλεντίνη μου; Που είναι η Βαλεντίνη μου. Βαλεντίνηηη, Βαλεντίνηηη!».

Δε θυμόταν πως η Βαλεντίνη έλειπε στη Σμύρνη. Δεν καταλάβαινε ποιος είναι και τι του συμβαίνει. Ξαφνικά τον έπιασε τρελός φόβος. Το ‘βαλε στα πόδια κι άρχισε να τρέχει. Γύρισε πίσω στο σπίτι του, άνοιξε τη στέρνα και μπήκε μέσα στο νερό. Έμεινε εκεί κρυμμένος όλο τ’ απόγευμα και τη νύχτα βγήκε. Γύρισε πίσω στον Άι-Γιώργη, πήρε τα πτώματα και τα κουβάλησε στο σπίτι. Τελευταία, άφησε την Ελπινίκη του. Η μέρα είχε χαράξει όταν οι Τούρκοι τον είδαν και τον κυνήγησαν. Κάποια στιγμή ένας τους φώναξε: «Είναι φάντασμα, φάντασμα!». Έτσι τον παράτησαν κι άρχισαν κι αυτοί να τρέχουν φοβισμένοι.

[…]

Διδώ Σωτηρίου, Μέσα στις φλόγες, εκδόσεις Κέδρος, 1979.

Ματωμένα χώματα

…Το τούρκικο ιππικό περνούσε καμαρωτό από την παραλία. Κανείς δεν έβγαλε τσιμουδιά. Και τα μωρά κερώσανε. Μόνο μια πολύ ψιλή παιδική φωνούλα ρώτησε: «Τι θα μάς κάνουνε οι Τούρκοι; Τι θα μας κάνουνε;» Αυτή 'ταν ολωνών η αγωνία, μα κανείς δεν την εξεστόμιζε. Από μερικά μπαλκόνια ξένων σπιτιών ακούστηκαν αδύναμα παλαμάκια και «γιασασίν». Σαν τέλειωσε ή παρέλαση, έγινε νεκρική ησυχία. Η δικιά μας μαούνα ήταν η τελευταία απ' τις εξήντα και βρισκότανε σιμά στην ξηρά. Σε λίγο ακούστηκε τελάλης.

-Μπρε σεις, τι λέει;

-Λέει, να βγει ο κόσμος και να πάει στις δουλειές του δίχως να φοβάται. Κανένας δε θα κακοπάθει.

-Μπορεί ή νίκη να μερώνει τσ' ανθρώπους, είπε ή μάνα μου.

-Οι Μεγάλες Δυνάμεις δώκανε εντολή να μην ανοίξει ρουθούνι χριστιανικό.

-Αυτή 'ναι ή αλήθεια. Φτάνει το αίμα. Τί τα γενιτσαριά θα 'χουμε;

-Τόσοι στόλοι! Τόσα βασιλικά για τα μάτια ηθαρρέψατε πως στέκουνε δω χάμου;

Ο αδερφός μου ο Κώστας με πλησίασε όλο χαμόγελα και φουσκώνοντας σαν διάνος, μού 'πε ειρωνικά:

-Τί γνώμη έχεις τώρα, Μανωλάκη, για το χτήμα π' αγόρασα; Έκανα καλά ή με πέρασε κορόιδο ο μπάρμπα-Θόδωρος;

Ήμουνα τόσο χαρούμενος πού θα του συγχωρούσα χίλιες τόσες κακοκεφαλιές κι άλλες τόσες ειρωνείες. Όλοι στη μαούνα γινήκαμε τώρα μια παρέα. Βγάλαμε ό,τι φαγώσιμο είχαμε, παστά, αυγά,

κονσέρβες. Αρχίσαμε τα τραταμέντα και τις τσιρεμόνιες. Ξάφνου, μέσα στη γενική χαρά, ακούστηκε μια φωνή κι ύστερα πολλές μαζί:

-Φωτιά! Φωτιά!

-Βάλαν φωτιά στη Σμύρνη!

Πεταχτήκαμε ορθοί. Κοκκινόμαυρες φλόγες τινάζονταν στον ουρανό, χοροπηδηχτές.

- Είναι κατά την Αρμενογειτονιά.

- Κατά κει φαίνεται να 'ναι.

- Πάλι οι Αρμεναίοι θα τα πλερώσουνε!

-Αποκλείεται να κάψουνε ολόκληρη τη Σμύρνη. Ποιό συμφέρον έχουνε;

Αφού έγινε πια δική τους... Ποιο συμφέρον είχαμε ‘μεις που καίγαμε τα τουρκοχώρια στην υποχώρηση; Η φωτιά απλωνόταν παντού. Ντουμάνιασε ο ουρανός. Μαύρα σύγνεφα ανηφορίζανε και μπερδευότανε το 'να με τ' άλλο. Κόσμος, εκατοντάδες χιλιάδες κόσμος, τρελός από φόβο, αρχίνησε να τρέχει απ' όλα τα στενοσόκακα και τούς βερχανέδες και να ξεχύνεται στην παραλία σαν μαύρο ποτάμι.

-Σφαγή! Σφαγή!

-Παναγιά, βοήθα!

-Προφτάστε. Σώστε μας!

Η μάζα πυκνώνει, δεν ξεχωρίζεις ανθρώπους, μα ένα μαύρο ποτάμι που κουνιέται πέρα δώθε απελπισμένα, δίχως να μπορεί να σταθεί ούτε να προχωρήσει. Μπρος θάλασσα, πίσω φωτιά και σφαγή! Ένας αχός κατρακυλάει από τα βάθη της πολιτείας και σπέρνει τον πανικό.

-Τούρκοι!

-Τσέτες... Μας σφάζουνε!

Η θάλασσα δεν είναι πια εμπόδιο. Χιλιάδες άνθρωποι πέφτουνε και πνίγονται. Τα κορμιά σκεπάζουνε τα νερά σαν να 'ναι μόλος. Οι δρόμοι γεμίζουνε κι αδειάζουνε και ξαναγεμίζουνε. Νέοι, γέροι, γυναίκες, παιδιά ποδοπατιούνται, στριμώχνονται, λιποθυμούνε, ξεψυχούνε. Τούς τρελαίνουν οι χαντζάρες, οι ξιφολόγχες, οι σφαίρες των τσέτηδων!

-Βούρ, κεραταλάρ!

Το βράδυ το μονοφώνι κορυφώνεται. Η σφαγή δε σταματά. Μόνο όταν τα πλοία ρίχνουνε προβολείς γίνεται μια πρόσκαιρη ησυχία. Μερικοί που καταφέρανε να φτάσουνε ζωντανοί ίσαμε τη μαούνα, μας ιστορούνε το τι γίνεται όξω, στις γειτονιές. Οι τσέτες του Μπεχλιβάν και οι στρατιώτες τού Νουρεντίν τρώνε ανθρώπινο κρέας. Σπάζουνε, πλιατσικολογούνε σπίτια και μαγαζιά. Όπου βρούνε ζωντανούς, τούς τραβούνε όξω και τούς βασανίζουνε. Σταυρώνουνε παπάδες στις εκκλησιές, ξαπλώνουνε μισοπεθαμένα κορίτσια κι αγόρια πάνω στις Άγιες Τράπεζες και τ' ατιμάζουνε. Απ' τον Αι-Κωνσταντίνο και το Ταραγάτς ίσαμε το Μπαλτσόβα το τούρκικο μαχαίρι θερίζει. Αχ, γκρέμισε ο κόσμος μας! Γκρέμισε ή Σμύρνη μας! Γκρέμισε ή ζωή μας! Η καρδιά, τρομαγμένο πουλί, δεν ξέρει πού να κρυφτεί. Ο τρόμος, ένας ανελέητος καταλυτής άδραξε στα νύχια του κείνο το πλήθος και το αλάλιασε. Ο τρόμος ξεπερνάει το θάνατο. Δε φοβάσαι το θάνατο, φοβάσαι τον τρόμο. Ο τρόμος έχει τώρα το πρόσταγμα. Τσαλαπατά την ανθρωπιά. Αρχίζει από το ρούχο και φτάνει ίσαμε την καρδιά. Λέει:

-Γονάτισε, γκιαούρη! Και γονατίζει.

-Ξεγυμνώσου Και ξεγυμνώνεται.

-Άνοιξε τα σκέλια σου! Και τ' ανοίγει.

-Χόρεψε! Και χορεύει.

-Φτύσε την τιμή σου και την πατρίδα σου! Και φτύνει.

-Απαρνήσου την πίστη σου! Και την απαρνιέται.

Αχ ο τρόμος! Όποια γλώσσα κι αν μιλάς, λόγια δε θα βρεις να τόνε περιγράψεις. Τι κάνουν, λοιπόν, οι προστάτες μας; Τι κάνουν οι ναυάρχοι με τα χρυσά σιρίτια, οι διπλωμάτες κι οι πρόξενοι της Αντάντ! Στήσανε κινηματογραφικές μηχανές στα καράβια τους και τραβούσανε ταινίες τη σφαγή και τον ξολοθρεμό μας! Μέσα στα πολεμικά οι μπάντες τους παίζανε εμβατήρια και τραγούδια της χαράς για να μη φτάνουν ίσαμε τ' αφτιά των πληρωμάτων οι κραυγές της οδύνης και οι επικλήσεις του κόσμου. Και να ξέρει κανείς πώς μια, μόνο μια κανονιά, μια διαταγή, έφτανε για να διαλύσει όλα κείνα τα μαινόμενα στίφη. Κι η κανονιά δε ρίχτηκε κι η εντολή δε δόθηκε!...

 

Διδώ Σωτηρίου, Ματωμένα Χώματα, Κέδρος, Αθήνα 2003.

Ιστορία ενός αιχμαλώτου

Στην καταστροφή της Σμύρνης, βρέθηκα με τους γονιούς μου στο λιμάνι, στην Πούντα. Μέσ’ από τα χέρια τους με πήρανε. Κι έμεινα στην Τουρκία αιχμάλωτος. Μεσημέρι πιάστηκα μαζί με άλλους. Βράδιασε και τα περίπολα ακόμα κουβαλούσαν τους άντρες στους στρατώνες. Κοντά μεσάνυχτα, όπως ήμαστε ο ένας κολλητά στον άλλο, μπήκε η φρουρά και άρχισαν να μας χτυπούν, όπου έβρισκαν, με ξύλα, και να κλοτσοπατούν όσους κάθονταν χάμω, γόνα με γόνα. Τέλος πήραν διαλέγοντας όσους ήθελαν και έφυγαν βλαστημώντας. Εμείς φοβηθήκαμε πως θα μας χαλάσουν όλους. Ένας γραμματικός, που είχε το γραφείο του πλάι στην πόρτα, μας άκουγε που μιλούσαμε λυπητερά και μας έκανε νόημα να τον πλησιάσουμε:

-                     Σαν έρχονται, μας λέει, και σας φωνάζουν, εσείς  τραβηχτείτε μέσα. Και το λόγο μου φυλάχτε τον καλά, έξω μην το δώσετε.

Από κείνο το βράδυ, κάθε νύχτα, έπαιρναν από τους θαλάμους. Κι εμείς π’ ακούγαμε πυροβολισμούς, απ’ το Κατιφέ- Καλεσί, λέγαμε: «σκοποβολή κάνουνε».

Από μέρες, που πέρασαν με φόβο, ήρθε ένας αξιωματικός και μας παρέλαβε, με σαράντα στρατιώτες. Μας έβγαλαν στην αυλή και μας χώρισαν από τους πολίτες. Τότε είδα τον αδερφό μου. Μας έβαλαν τετράδες και μας διέταξαν να γονατίσουμε να μας μετρήσουν. Ο αξιωματικός που μας έβλεπε, καβάλα στο άλογό του, έλεγε:

-                     Θα κοιτάξω να μη μείνει ούτε σπόρος από σας. Κι έδωσε παράγγελμα να κινήσουμε.

Θα ήμαστε όλη η φάλαγγα κάνα δυο χιλιάδες. Όπως βγήκαμε, μας τράβηξαν ίσια στην αγορά. Εκεί, το τουρκομάνι που μας περίμενε, σαν το λεφούσι έπεσε πάνω μας: τραπέζια, καρέκλες, ποτήρια, ό,τι έβρισκαν μπροστά τους μας πετούσαν απ’ όλες τις μεριές. Ήταν και ναύτες Φράγγοι μαζί τους στα καφενεία και έκαναν χάζι με μας. Σα φτάσαμε στον Μπασμαχανέ, μπροστά μας βγήκε ένας Χαφούζης. Μας κοίταξε:

-                     Αλλάχ, Αλλάχ, είπε, τι γίνεται εδώ!

Και φώναξε του ασκέρ- αγά. Αυτός σταμάτησε.

-         Ο λοχαγός εδώ! Ξαναφωνάζει.

Τρακ τρακ το άλογο, ο λοχαγός πήγε, χαιρέτησε. Ο Χαφούζης τον ρωτά:

-Το «κιτάπι» μας αυτά λέει;

Ο λοχαγός μεταχαιρέτησε.

Κι εμείς περνούσαμε αράδα από μπροστά τους.

Μεσημέρι, δώδεκα, φτάσαμε στο Χαλκά – Μπουνάρ. Εκεί μας έκλεισαν στο σύρμα, κύκλο. Άμα βράσιασε, ένας τούρκος εφές απ’ το χωριό μας ήρθε και μας καλούσε με τα ονόματά μας να βγούμε, τάχα πως θα μας γλιτώσει, με σκοπό να μας χαλάσει. Κι εμείς στη γη πέσαμε να μη δώσουμε γνωριμία.

Τα ξημερώματα ήρθε από τη Μαγνησία άλλος αξιωματικός, και μας σήκωσαν. Ώρες περπατούσαμε. Ούτε ξέραμε πού μας παν. Μονάχα από τον τόπο καταλαβαίναμε πως βαδίζαμε για τη Μαγνησία.

Αντί να μας πηγαίνουν στο δημόσιο δρόμο μας τραβούσανε απ’ το βουνό. Κι όπως δεν ήμαστε σε ισότοπο, αρχίσαμε να σκορπάμε.

Δεν μπορούσαμε να κρατήσουμε τις τετράδες. Και οι στρατιώτες φώναζαν προσταχτικά:

-         Στις τετράδες! Στις τετράδες!

Εμείς προσπαθούσαμε, και πάλι τις χαλάγαμε. Όσοι ήταν ανήμποροι κι έμειναν  πίσω, τους τραβούσαν οι πολίτες στο δάσος και τους καθάριζαν.

Με πολύ κόπο περάσαμε στο δημόσιο δρόμο. Εκεί πάλι, μας περίμεναν, μπουλούκια μπουλούκια, γέροι άνθρωποι, εξήντα ως ογδόντα χρονώ, με παλιές μαχαίρες, και σα φτάσαμε κοντά ρίχτηκαν απάνω μας, φωνάζοντας στο λοχαγό:

-         Άφησέ μας να κάνουμε ό,τι θέλουμε!

Κι ο λοχαγός τους έλεγε «όχι», γελώντας.

Εμείς του φωνάζαμε:

-         Κυρ λοχαγέ, σε σένα κρεμόμαστε.

Και προχωρούσαμε.

Οι δρόμοι δεξιά κι αριστερά ήταν σπαρμένοι από πτώματα που μύριζαν. Στις βρύσες έστεκαν σκοποί και φύλαγαν το νερό, που έτρεχε απ’ τα κανούλια εμείς το βλέπαμε και διψούσαμε περισσότερο.

Στο δρόμο είχανε σκάσει πολλοί. Εγώ, βάδιζα με τον αδερφό μου, που κρατούσε το γελιό ενός Τούρκου απ’ αυτούς που μας φύλαγαν, σκέφτηκα: «Λεφτά έχουμε, ας δώσουμε να πιούμε». Κι είπα του αδερφού μου:

-         Διψώ πολύ, θα σκάσω.

-         Κάνε κουράγιο, αδερφέ, μου λέει, μη φανούμε με λεφτά και μας χαλάσουν.

-         Όχι, δεν αντέχω, δώσε λεφτά και πάρε να πιούμε.

Μού ‘δωσε, κι έτρεξα ίσια στον Τούρκο.

-         Λίγο νερό, του λέω, κοντεύω να ξεψυχήσω.

-         Τι λες, σκυλί; Ούτε δράμι δε σου δίνω.

-         Ασκέρ-αγά, ψυχικό θα κάνεις, να πάρε κι αυτά τα λεφτά.

-         Δώσ’ τα μου, μου λέει, και πιες κρυφά.

Ήπια, κι έδωσα και του αδερφού μου.

Αυτά γινότανε Αύγουστο μήνα.

 

Στρατής Δούκας, Η ιστορία ενός αιχμαλώτου, στ’ έκδοση, Κέδρος 1977.

 

Το νούμερο 31328 (Κεφάλαιο Ε΄)

Ξεκινήσαμε πολύ νωρίς. Φεύγοντας μας φέραν μια νέα συντρόφισσα. Ένα κορίτσι, μια χωριανή απ’ τα τριγυρινά μέρη, ίσαμε είκοσι χρονώ. Αυτή και κάτι άλλοι Χριστιανοί δεν πρόφταξαν να μπαρκάρουν για την Έλλάδα.

Τους πήραν μέσα; τη ρωτούμε.

—Όχι. Τους σφάξαν.

—Ήταν κανείς δικός σου;

—Ναι, ήταν ο πατέρας μου.

—Εσύ;…

Εκείνη ήταν νέα. Τη χρειάζουνταν.

Η νέα πόστα που μας παρέλαβε ήταν καβαλαραίοι. Είχαν μια λαμπρή ιδέα: Αφήσαμε τον ίσιο δρόμο, πέσαμε μες στα χωράφια. Αυτό ήταν μια αλύπητη δοκιμασία για τα γυμνά φουσκαλιασμένα ποδάρια μας. Οι βόλοι το χώμα ήταν ξεροί και ντούροι απ’ τον ήλιο. Δεν είχε βρέξει ακόμα. Κοιτάζαμε να τους ξεφύγουμε, γιατί δεν μπορείς μαζί τους να κρατήσεις ισορροπία ξυπόλυτος. Μα πέφταμε στην άλλη ευλογία, σε κάτι παλιάγκαθα που μας παλάβωναν.

Δεν μπορώ! Δεν μπορώ πια!

Όλοι φώναζαν. Κι όμως όλοι τρέχαμε μη μείνουμε πίσω. Τρέμαμε πως όποιος μείνει τελευταίος θα τον σκοτώσουν. Ο ένας βιαζόταν να προσπεράσει τον άλλο, και τον άλλο — ένας παλαβός συναγωνισμός που πνιγόταν στα μουγκριχτά μας. Ξεκολλούσαμε, στα πεταχτά, τα’ αγκάθια απ’ τις πατούνες και τρέχαμε. Τρέχαν από πίσω μας κ’ οι στρατιώτες με τα’ άλογα, και μας χτυπούσαν με τα κοντάκια μη

σταθούμε. Ήμαστε ένα κοπάδι σαν τα’ αναμαλλιασμένα ζα — τρέχουν στον κάμπο να σταλιάξουν κάπου γιατί μυρίστηκαν το μπουρίνι.

Δεν μπορούσα να σηκώσω το βάρος της συντροφικής παπούτσας. Το ιδρωμένο βρώμιο ποδάρι μου γλιστρούσε και χόρευε μέσα της. Την τράβηξα και τη βαστούσα στα χέρια. Μα τότε η πατούνα, συνηθισμένη στο άσυλο, άρχισε να σπαράζει απ’ το ύπαιθρο. Άναβε, πετούσε σπίθες. Έσκισα ένα κομμάτι απ’ το πουκάμισο που μου άφησαν και την τύλιξα.

Ο Αργύρης με συμβουλεύει να κάνουμε αλλαξιά τα παπούτσια.

—Δοκιμάζουμε.

Τ’ αλλάξαμε. Έδωσα το ζερβί και πήρα το δεξί. Τα φορέσαμε τρέχοντας. Πιο πέρα κάμαμε πάλι αλλαξιά. Και πάλι.

Ο ήλιος ανέβαινε καυτός, εχτρικά, χωρίς οίκτο. Μες στον Οχτώβρη ένας τέτοιος ήλιος! Άρχισε να μας καίει η δίψα. Η σκόνη κολλούσε στις γλώσσες, που μπαινόβγαιναν σαν κουρντισμένες. Φτύναμε να φύγει η πίκρα. Μα τα στόματα ήταν ξερά. Κι αν έβγαινε λίγο φτύμα, μετανιώναμε ύστερα για την ογρή ουσία που αφήσαμε να ξοδευτεί.

Νερό! Νερό!

—Τι; λέει ο αξιωματικός της συνοδείας.

—Σου! σου! (νερό) φωνάζαμε τούρκικα.

—Σου; Μάλιστα!

Κοντεύαμε σε μια πηγή. Μας κράτησαν καμιά εικοσαριά μέτρα αλάργα. Οι στρατιώτες πήγαιναν διαδοχικά, πίνανε, πότιζαν τ’ άλογα, γέμιζαν τα παγούρια τους. Πίναν με τις χούφτες. Βλέπαμε το νερό που

ξέφευγε και χυνόταν απ’ τα στόματά τους. Όλα τα κορμιά γέρναν προς αυτή τη φευγαλέα καθαρή γραμμή που σκορπούσε καταγής. Ακούγαμε τον ήχο της. Τον ακούγαμε. Με μάτια γεμάτα πυρετό γέρναμε προς τα εκεί. Έτσι όπως γέρνουν τα διψασμένα δέντρα.

—Έλεος!

Τίποτα! Μας κρατούσαν μακριά, κολλημένους στο θέαμα. Άφησαν μονάχα τις γυναίκες και το παιδάκι να παν να πιουν.

—Λυπηθείτε μας! Λυπηθείτε μας! φωνάζαμε.

Η γυναίκα του ρολογά γέμισε τις χούφτες νερό κ’ έκαμε να το φέρει στον άντρα της. Σιγά. Κοιτάζαμε με μίσος αυτή τη χούφτα που πλησίαζε. Ένας στρατιώτης πάει από πίσω κλέφτικα, και ξαφνικά χώνει τα χέρια του κάτου απ’ τις μασχάλες της γυναίκας. Τη γαργαλούσε. Αυτή κάνει μια προσπάθεια, λίγο ακόμα, να τρέξει, να σώσει το νερό. Μα κι ο άλλος δώσ’ του, δώσ’ του τη γαργαλούσε. Κ’ εκείνη δε βάσταξε. Έμπηξε τα χάχανα. Λίγα μέτρα μπροστά μας. Άνοιξε τα χέρια της να προφυλαχτεί: Το νερό χύθηκε καταγής.

Ήρθε και σκορπίστηκε πλάι στον άντρα της σα λέσι. Αυτός, μ’ αγκριλωμένα μάτια που τα’ αυλάκωνε ακόμα το όραμα, χίμηξε και της έγλειφε τα βρεμένα δάχτυλα ένα ένα, με λύσσα, σα να ‘θελε να τα καταπιεί.

Ξεκινήσαμε. Στο δρόμο ο Αργύρης βρήκε ένα κομμάτι παλιοτσούβαλο. Εύρημα!

—Θα τυλίξουμε τα ποδάρια μας μόλις σταθούμε! μου λέει.

Δόξα σοι ο Θεός! Καθένας έκανε «κρα» για ένα τέτοιο πράμα. Ήταν μια γρήγορη χαρά.

Βάστα το καλά, Αργύρη!

Σταθήκαμε σε καμιά μισή ώρα. Βρήκαμε ένα βαλτονέρι σ’ ένα μακρύ χαντάκι. Καταπράσινα χορτάρια φύτρωναν εκεί σιμά. Πολλά κουνούπια. Και τα δέντρα έκαναν ίσκιο. Ήταν και καστροπούλια μες στα φύλλα. Θα ερωτεύουνταν.

—Εδώ! λέει ο αρχηγός του αποσπάσματος. Πιείτε!

Πήρε το κορίτσι και τράβηξε να «εκφραστεί». Με τα καστροπούλια.

Πέσαμε μες στο βαλτονέρι και πίναμε χουφτιές χουφτιές το βρώμικο νερό. Χύναμε πάνου στ’ αναμμένα μούτρα μας, βρέχαμε τα στήθια — όλο το αίμα, όλη η ζωή μας να πλημμυρίσει νερό, νερό.

Μη! φωνάζει ένας δικός μας. Μην πίνετε έτσι, σύντροφοι! Είναι ο «λευκός θάνατος»!

Λευκός, μαύρος, πράσινος, ας έρθει, ας έρθει, αδερφέ μας!

Θα μας πιάσει λυσιντερία! πολεμά μια τελευταία απόπειρα σωτηρίας ο σύντροφος.

Αλλά, μπρος στο κύμα, στα στόματά μας που στάζαν νερό, μπρος στην ασυγκράτητη τούτη πρόκληση, τινάχτηκε κι αυτός, έχωσε το μούτρο του μες στο βαλτονέρι και ρουφούσε, ρουφούσε.

Έτσι λαφάξαμε τη δίψα μας. Ξάπλωσα στη γης, άνοιξα το στόμα μου κι ανάσανα βαθιά. Το πρόσωπό μου ακουμπούσε πάνου στα δροσερά χορτάρια. Τι ωραία που ήταν!

Σηκώνουμαι. Ζουλώ να σπάσουν οι φουσκαλίδες στα ποδάρια, τις τρίβω με ξερό χώμα να στύψουν. Κάποιος πλάι μου μασά σιωπηλά. Κοιτάζω το στόμα του. Έτρωγε χορτάρια, τα φτούσε, έπαιρνε νέα.

Χαμηλώνω στη γης, δαγκώνω κ’ εγώ. Κάμποση ώρα μασώ την πικρή στερεή ουσία τους. Έτσι, απ’ την κρυφή χαρά να θυμηθώ πώς τρώει ο άνθρωπος.

Κάποιος μ’ έκοψε.

Κοίτα! λέει. Τι κάνει ο σύντροφός σου;

Ο Αργύρης είχε γείρει στο βαλτονέρι με τρόπο που να ‘χει τις πλάτες του στους στρατιώτες. Έκανε πως πίνει. Μα δεν έπινε πια. Έσκυβε και ξανάσκυβε, έπαιρνε λάσπη κι άλειβε δαχτυλιές στο μούτρο του, στα μάγουλα, στο κούτελο.

Σηκώνουμαι και πάω κοντά του:

—Τι κάνεις;

Γυρίζει απότομα. Μου γνέφει φοβισμένα, μην τον μυριστούν.

—Σουτ! Δεν καταλαβαίνεις τι κάνω;

Τον κοιτάζω. Το μισό πρόσωπό του, απ’ το ένα μάγουλο, ήταν καθαρό. Δεν το είχε ακόμα λασπώσει. Γυάλιζε απ’ τη φρέσκια δροσιά — δε θα ‘θελε πολύ για να θυμηθώ τα’ ωραίο πρόσωπο του έφηβου που ήταν πριν από λίγες μέρες. Έλαμπε.

Δεν καταλαβαίνεις; μου ξαναλέει σιγανά. Φοβάμαι…

Ξαφνικά το θυμούμαι και συγκρυάζουμαι.

—Α! αλήθεια, Αργύρη…

—Αλείψου κ’ εσύ, μου λέει. Το πρόσωπό σου γυαλίζει…

Έσκυψα, γέμισα κ’ εγώ με λάσπη το πρόσωπό μου.

Ύστερα πήγαμε και καθίσαμε παράμερα κ’ οι δυο.

—Βρε παιδιά, γιατί γινήκατε έτσι; ρωτά ο σύντροφος, δίπλα μας, να μάθει.

Αυτός που με ρώτησε και πριν. Ήταν μια αγαθή φάτσα. Δεν τον ήξερα. Του το λέω. Γι’ αυτό: Έτσι βρώμιους δε θα μας προσέξουν. Μπορεί. Από αηδία.

—Καημένα παιδιά… μουρμουρίζει ο άνθρωπος με καλοσύνη.

Ο Αργύρης έβγαλε απ’ τη μέση του το κομμένο παλιοτσούβαλο. Κοίταζε να το κόψει σε δυο, να μου δώσει το μισό. Σ’ αυτό το μεταξύ ένας δικός μας, λίγο παρέκει, προσέχει το τσουβάλι. Χιμά και το αρπά απ’ τα χέρια του φίλου μου. Αυτός έκαμε μια μικρή αντίσταση.

—Άσ’ το, κουτάβι, μη σ’ αλλάξω τον αδόξαστο!

—Μα το βρήκα… διαμαρτυρόταν ο Αργύρης δειλά.

—Δεν πά’ να το “βρες; Κ’ εγώ το παίρνω!

Ήταν ένας άντρας γερός, με κάτι τεράστιες ποδάρες, μελαψός, σκληρές πατούνες.

—Δεν τα βλέπεις; παίρνει το λόγο η καλή φάτσα, πλάι μας, οργισμένη. Είναι ασυνήθιστα παιδιά.

—Να συνηθίσουν! λέει ο άλλος σκληρά, και φεύγει.

Ο καλός άνθρωπος συλλογίζεται, ύστερα ξετυλίγει σιγά τη φασκιά του ποδαριού του. Ήταν ένα μεγάλο κομμάτι παλιοτσούβαλο. Όταν το ‘βγαλε φάνηκε η πατούνα του κόκκινη, γεμάτη φουσκαλίδες.

Μας πετά το τσουβάλι.

—Μοιραστείτε το! λέει.

—Κ’ εσύ τι θα κάμεις;

—Θα βγάλω ένα κουρέλι απ’ το άλλο ποδάρι. Έννοια σας!

Το πήραμε, το κόψαμε στα δυο και τυλίξαμε ο καθένας το γυμνό ποδάρι του. Ο άνθρωπος ξετύλιξε το κουρέλι απ’ το άλλο ποδάρι,

το ‘κοψε στα δυο. Ήταν μικρό το κομμάτι και ψιλό, δε θα τον προστάτευε. Σκέφτεται τι λογής να τα βολέψει. Κόβει χορτάρια, τα βάζει αποκάτου στις πατούνες, μπροστά στα δάχτυλα, και κοιτάζει να τα φέρει βόλτα, να τυλίξει τα χορτάρια μες στο κουρέλι.

Δε μιλήσαμε. Λέω πως δε θα τον ξεχάσω ως την τελευταία μέρα, όλες τις μέρες που μου μένουν ακόμα.

 

Βενέζης, Η. Το νούμερο 31328, εκδόσεις Εστία, 1989.

First Prev Next